Το Φρεάτιο

freatio

 
 
 
 
 
Το ιστολόγιο μας με την επίσημη έναρξη του θα έχει ως περιεχόμενο, την επικαιρότητα, τον πολιτισμό, την μουσική, τον αθλητισμό, την πολιτική, την τέχνη και τις κοινωνικές εκδηλώσεις στα Χανιά στην Ελλάδα και στον κόσμο



  1. Οι πρωταγωνιστές του άρθρου μας έχουν ανάγκη από την ύπαρξη υπερβατικών όντων για την επιβίωση τους. Ένα υπερβατικό όν, που θα βοηθά στην επιβεβαίωση της πολιτικής τους, στο  να μην χρειάζεται να την  εφαρμόσουν , να έχουν πάντα δίκιο και να έχουν το ηθικό πλεονέκτημα απέναντι στους αντιπάλους τους.  Το υπερβατικό αυτό όν έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ιερής αγελάδας των Ινδών, τον ρόλο αυτό για τους αντικαπιταλιστές έχει η εργατική τάξη και για τους αντιιμπεριαλιστές ο λαός. Μια ιερή αγελάδα που κάποτε, άγνωστο γιατί, θα γεννήσει το μοσχαράκι του στρατηγικού τους στόχου. Παραβρεθήκαμε, τον περασμένο Ιούνη στο 11ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ και στην 12ηεπέτειο της κατάληψηςRosa-Nera γιατί σε αυτούς τους χώρους είναι πιο φανερά αυτά που θα περιγράψουμε. Οι παρακάτω γραμμές, έχουν σαν πηγή το ρεπορτάζ που κάναμε στις εκδηλώσεις τηςRoza-Nera.

    Φυσικά η εργατική τάξη ,για τους αντικαπιταλιστές, είναι η μετάφραση της λέξης λαός, μια και κάνεις από αυτούς δεν ενδιαφέρεται καν για την ίδια την ύπαρξη της εργατικής τάξης   και οι οικοδεσπότες μάλιστα θεωρούν πως οι εργάτες που δουλεύουν σε μονοπώλια και σε πολυεθνικές είναι « πουλημένοι» επειδή παίρνουν μισθό (η χυδαιότητα της έκφρασης αποδίδει τις δικές τους εκφράσεις στην «πολιτική» τους καθημερινότητα). Το άλλο που εκπλήσσει είναι , η παντελής   αποστασιοποίηση από καθετί το πραγματικό, επί παραδείγματι κάνουν κριτική στον καπιταλισμό ή στην Ε.Ε, σαν  να είναι οντότητες από άλλο πλανήτη, ξεχνώντας ότι καπιταλισμός και Ε.Ε είμαστε και οι ίδιοι . Είναι εχθροί της πολιτικής σκέψης με το προπαγανδιστικό τρυκ της  αντίφασης  θεωρίας και πράξης. Μόνο ένας ακραίος δογματικός της μεθόδου  θα μπορούσε να το κάνει αυτό, μια και  αέναα η πράξη γεννά  την θεωρία και το αντίστροφο. Αν υπήρχε πράξη χωρίς θεωρία  , τότε κάποιος  θεός  θα έλεγχε τις πράξεις των ανθρώπων . Αυτό , όμως, που αναρωτιέται κανείς ,  δεν είναι αν οι ίδιοι διαθέτουν θεωρία, που έχουν για καθετί το επιστητό αλλά αν κάνουν πολιτικές πράξεις. Έχουν θεωρίες που μάλιστα λειτουργούν σαν απόλυτοι κανόνες, έχουν θεωρία για το πώς να κάθεσαι όταν συζητάς, ποιες λέξεις πρέπει να χρησιμοποιείς και ποιες όχι, για το τι θα φας και από πού θα το αγοράσεις, ποια συναισθήματα είναι επιτρεπτά και ποια όχι. Η ζωής τους, σε κάθε της εκδήλωση, είναι απολύτως ελεγχόμενη και το έλεγχο δεν τον έχει κάποιος επίσημος μηχανισμός, αλλά ο καθένας ελέγχει τον σύντροφο του. Εκπληκτικός είναι και ο κομφορμισμός τους, κάνουν τα ίδια πράγματα κάθε μέρα τις  ίδιες ώρες και συχνά στις ίδιες ημερομηνίες κάθε χρόνο. Οι πράξεις σε έκτακτες περιπτώσεις, είναι μια επανάληψη των κλισέ που έχουν για  κάθε γεγονός, εδώ και σχεδόν 100 χρόνια. Οι πράξεις τους συμβάλουν στην ακινησία της κοινωνίας, άρα δεν είναι ούτε καν δράσεις, αρά δραστηριότητες όπως τα παιδιά στην προσχολική και σχολική ηλικία. Η απόλυτη εξουσιαστική δομή που εξαφανίζει την ατομικότητα υπέρ του ατομικισμού. Παράλληλα είναι ενάντια ι σε καθετί που συμβάλλει στην απόλαυση και την ηδονή. Ένα κομμάτι μουσικής, ένας ζωγραφικός πίνακας, ένα φιλμ , ένα μυθιστόρημα, ένα καλό φαγητό , η ερωτική σχέση θεωρούνται επίκτητες ανάγκες  και αντιμετωπίζονται σαν τον γυναικείο πειρασμό στα ανδρικά μοναστικά τάγματα. Όλα αυτά που περιγράψαμε, δεν τα διαβάσαμε κάπου, τα γνωρίζουμε από την καθημερινή παρατήρηση . Μια τόσο απόλυτη φυλακή, προφανώς θα κατέρρεε , αν τα μέλη  αυτών των οργανώσεων  ήταν σκεπτόμενα. Πραγματικά δεν είναι αντίπαλοι των θεωριών αλλά της σκέψης. 


    Πριν συνεχίσουμε, να πούμε ότι η Ελληνική αριστερά, τα κινήματα και η αναρχία, δεν χρησιμοποιεί την λέξη  λαός με την Μαρξική εκδοχή  του εργατικού κινήματος δηλαδή τα μεσαία στρώματα, διάκριση αναγκαία γιατί αυτό το ρεύμα  αναπτύχτηκε σε αντιπαράθεση με τον λαϊκισμό  που κυριαρχούσε στο εργατικό κίνημα. Επανερχόμενοι τώρα στο ζήτημα της θεωρίας η αριστερά και αναρχία  δεν διαθέτουν  πολιτική θεωρία και κοσμοαντίληψη γιατί εκφράζουν τους μικροϊδιοκτήτες  που η σκέψη τους δεν μπορεί να ξεφύγει από τον θετικισμό και την εμπειρία. Τόσο η αστική τάξη , όσο και η εργατική από την θέση τους οι σχέσεις που συνάπτουν είναι καθαρά ανθρώπινες σε αντίθεση με τους μικροϊδιοκτήτες της πόλης  και τους αγρότες  που οι σχέσεις τους πάντα διαμεσολαβούνται από την ατομική τους ιδιοκτησία. Οι καπιταλιστές διαθέτουν ιδιοκτησία η οποία τους είναι άχρηστη αν αυτή δεν παράγει αξία  και αυτό γίνεται μέσω των εργατών που συνάπτουν μαζί τους την σχέση της μισθωτής εργασίας που είναι κοινωνική σχέση δηλαδή σχέση ανθρώπων . Οι καπιταλιστές και οι εργάτες έχοντας την εμπειρία των ανθρώπινων σχέσεων μπορούν  να αποκτήσουν μια γενική  εικόνα της πραγματικότητας  άρα να έχουν αντίληψη του κόσμου και πολιτική σκέψη, σε αντίθεση με τον λαό που η διαφυγή από τον μικρόκοσμο του, αποτελεί για αυτόν τον πιο πραγματικό φόβο . Αναφερθήκαμε στον Μαρξ , όχι γιατί σαν αυτόν βλέπουμε τον απόλυτο κριτή της αλήθειας ένα ρόλο που και ο ίδιος , όταν ζούσε σιχαινόταν, ούτε ότι  είναι άχρηστο να διαβάζεις οτιδήποτε άλλο πλην του έργου του, αλλά γιατί οι ήρωες μας χρησιμοποιούν το κύρος του στην κατάρτιση των ιερών τους βιβλίων. Ακόμα και όταν οι αναρχικοί που θέλουν να δείξουν  κομμουνιστές το έργο του διαστρέφουν.

    Για να δώσουν υπόσταση , στην πολιτική τους ή καλύτερα στην ανυπαρξία της, λένε πως η εργατική τάξη  είναι  από την φύση της επαναστατική. Μα αν είναι από την φύση της επαναστατική τότε είναι άχρηστα τα κόμματα ,οι συνελεύσεις , τα κινήματα της αριστεράς και της αναρχίας. Βέβαια, το θύμα τους το έργο του Μαρξ, λέει πως η εργατική τάξη από την θέση της , μπορεί αν αποκτήσει  κοινωνική συνείδηση να γίνει επαναστατική . Η εργατική τάξη μπορεί να αποκτήσει  επαναστατικό ρόλο στην ιστορία γιατί είναι βασική τάξη της κοινωνίας , χωρίς να είναι κυρίαρχη, χωρίς αυτήν δεν υφίσταται η βασική κοινωνική σχέση αυτής της μισθωτής  εργασίας , χωρίς αυτήν την σχέση, οι κοινωνίες μας θα εξαφανιζόταν, επίσης μπορεί, για τους λόγους που περιγράψαμε , να αποκτήσει  συνολική εικόνα του κόσμου, πιο γενικευμένη από  άλλες κοινωνικές τάξεις γιατί οι εργατικές τάξεις  των διάφορων χωρών δεν έχουν, εν γένει , αντίθετα συμφέροντα. Στους αιώνες της εμπορευματικής παραγωγής, η εργατική τάξη δεν λειτούργησε ως επαναστατική τάξη στην κυριολεξία, γιατί δεν αρκεί η θέση αλλά και το βάθος που γνωρίζουμε τον κόσμο μας συνολικά ως άνθρωποι. Σήμερα έχουμε την δυνατότητα να  γνωρίσουμε καλύτερα τον κόσμο μας, μιας και η παγκοσμιοποίηση και θεσμοί όπως η Ε.Ε, έχουν συνδέσει τις ζωές μας με πολύ πιο στενό τρόπο, από την εποχή των μεγάλων αφηγήσεων. Η αντίληψη ότι η εργατική τάξη είναι φύση επαναστατική της αριστεράς και της αναρχίας δείχνουν ότι λειτουργούν ως θρησκευτικές αιρέσεις,  μόνο ένας θεός ( σαν τέτοιος λειτουργεί η  φύση) μπορεί να δώσει πριν την γέννηση τους πνευματικές ιδιότητες σε κάποιους ανθρώπους. Η αριστερά δίνοντας  στην εργατική τάξη του μεσσία της πολιτικής, δείχνει ότι δεν έχει πολιτική ενώ παράλληλα δίνουν στον εαυτό τους  θεϊκή υπόσταση και ανωτερότητα από τους άλλους.   
    Η αριστερά, δεν  περιγράφει τον κόσμο που επαγγέλλεται, τις κοινωνικές του σχέσεις τους ηθικούς  του κώδικες  , δεν έχει αναφορά σε κοινωνικές ομάδες . Έχει μόνο την εικόνα του εαυτού της και κατά συνέπεια έχει το απωθημένο της  εξουσίας . Η άνοδος   του Σ.Υ.Ρ.Ι.Ζ.Α , μεγεθύνει τις αυταπάτες  της . Η μορφή όμως της κοινωνίας  ή καλύτερα η μη μορφή της κοινωνίας που επαγγέλλεται, επηρεάζει   στο  ιδεολογικό επίπεδο  την σημερινή κατάσταση,  μέσω της μορφής οργάνωσης της  και της  καθημερινότητα των μελών της. Είναι κωδικοποίηση  της ακραίας φοβικής  συμπεριφορά του ανθρώπου που αισθάνεται ότι απειλείται από τους πάντες. Η άνοδος της Χρυσής Αυγής είναι ένα από τα αποτελέσματα της επιρροής που έχει η δομή και η καθημερινότητα της αριστεράς και της  αναρχίας.


    Η κοινή πολιτική πορεία των ηρώων μας με την Χρυσή Αυγή και η άνοδος της  ακροδεξιάς στην Ευρώπη σηματοδοτεί  την γέννηση ενός τέρατος. Αν ο καπιταλισμός των νοικοκυραίων και των μαγαζατόρων νικήσει της ποιο προοδευτικές μορφές  του, τότε το τέρας αυτό θα νικήσει.  Η νίκη του που περιλαμβάνει και την διάλυση  της Ε.Ε, η ήπειρος θα περάσει ένα νέο μεσαίωνα.


  2.       
                                  
    Όταν πρωτοείδα τον φάρο, ήταν και η πρώτη φορά που οι γονείς μου με πήγαν σε αυτόν το παραμυθένιο κόσμο, το Ενετικό λιμάνι. Το πιο ονειρικό σε αυτόν τον  κόσμο, ήταν  ο φάρος που με έκανε να φαντασιώνομαι ότι ήμουν ήρωας του Τζον Φίνεμορ, ο φάρος ως πύργος του κάστρου του σερίφη του Νότιγχαμ , οι επάλξεις το κάστρο και το σκοτεινό φόντο πίσω από τις επάλξεις το πυκνό δάσοςτου Σέργουντ . Πέρασαν , αρκετά χρόνια  για να κατακτήσω τον φάρο, ανεβαίνοντας ως την κορυφή. Οι φαντασιώσεις μου συμπληρώθηκαν με Ιούλιο Βέρν, ο Σακρατίφ ο φοβερός που θα έπρεπε  να καταστρέψει τον φάρο για να συνεχίσει την πειρατική του δράση και τον φάρο στο ακρωτήριο Χορν από τον « Φάρο στην άκρη της γης». Τα πιο ανθρωποκεντρικά ενδιαφέροντα που κυριαρχούν στην εφηβεία, ατόνησαν τον ενδιαφέρον μου για αυτόν και σίγα σιγά έγινε ένα απλό κομμάτι στο πάζλ του Λιμανιού. Έπρεπε, πολύ αργότερα, να δω δεκάδες φάρους στα πιο ακραία σημεία της Ηπείρου μας, για να πάρει, ο φάρος, την θέση του που έπρεπε στον συνειδησιακό μου κόσμου. Αλλά, μόνο, τα ιστορικά μου ψέματα, όταν αναγκάστηκα να  μιλήσω για αυτόν, σε κάποιους τουρίστες, με έκαναν να ενδιαφερθώ για την ιστορία του.


    Αν κάποιο αντικείμενο, εξάπτει τον φαντασιακό σου, είναι γιατί για κάποιο άγνωστο λόγο σε αυτό περιέχονται πλευρές του εαυτού μας. Έτσι η ιστορία του φάρου αφορά τις αγαπημένες στιγμές της ιστορίας της πόλης μας την Ενετοκρατία και την Αιγυπτιακή περίοδο.. Την εποχή της Ενετοκρατίας  τα Χανιά είχαν αρκετά ανεπτυγμένο το εμπόριο και την ναυτιλία. Το φυσικό λιμάνι της Σούδας μάλιστα εξυπηρετούσε αρκετά ικανοποιητικά τις σχετικές ανάγκες. Μόνο μετά το 1300, για να  προστάτευτε η πόλη από επιδρομές, μπήκε το θέμα, για την κατασκευή λιμανιού  στην  πόλη των Χανίων το οποίο και  κατασκεύασαν μεταξύ του 1320 και 1356.. Το 1551 έγινε η εκβάθυνση της λεκάνης στο Χανιώτικο λιμάνι και η κατασκευή τοίχου με επάλξεις κατά μήκος του λιμενοβραχίονα . Για την ανανέωση του νερού και την αποφυγή επιχωματώσεων, δημιουργήθηκε ένα άνοιγμα πάνω στο λιμενοβραχίονα και στο κέντρο του κατασκευάστηκε ο προμαχώνας του Αγίου Νικολάου, που κάλυπτε τη μεγάλη απόσταση μέχρι την είσοδο του λιμανιού, την οποία και προστάτευε, σε συνδυασμό με το φρούριο Φιρκά. Περίπου στα 1595 – 1601 κατασκευάστηκε από τους Ενετούς ένας Φάρος, θεμελιωμένος στο φυσικό βράχο, που λειτούργησε ως πυρσός ανοιχτής φλόγας .  Το 1645 η πόλη πέφτει στα χέρια των Τούρκων, Οι νέοι κατακτητές δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη συντήρηση του Χανιώτικου λιμανιού, το οποίο αφέθηκε σε πλήρη εγκατάλειψη .

    Την εποχή της παρακμής της πόλης , διαδέχτηκε η Αιγυπτιακή διακυβέρνηση από το 1830-1840. Ο Μωχάμετ Άλη, ο Αλβανός ηγεμόνας της Αιγύπτου, βαθειά επηρεασμένος από τον διαφωτισμό, που μεταλαμπάδευσε η εκστρατεία  του  Ναπολέοντα, ήθελε οι πόλεις στην επικράτεια του να έχουν υποδομές δυτικών πόλεων. Έτσι διέταξε τον  Μουσταφά Πασά να καθαρίσει τη λεκάνη του λιμανιού των Χανίων, να επισκευάσει το λιμενοβραχίονα και να κατασκευάσει το Φάρο. Οι εργασίες κράτησαν ως το 1838. Την εποχή αυτή ο Φάρος  πήρε τη μορφή που ξέρουμε. Ο πύργος του κτίσματος αποτελείται από τρία τμήματα διαφορετικής διατομής: το τμήμα της βάσης είναι οκτάγωνο, το μεσαίο τμήμα είναι δεκαεξάγωνο και το τρίτο κυκλικό. Το υλικό κατασκευής της βάσης είναι της ίδιας προέλευσης και ποιότητας με αυτό που οι Ενετοί κατασκεύασαν τις οχυρώσεις της πόλης των Χανίων. O νέος φάρος είναι όπως ήδη αναφέρθηκε, διαφορετικός από τον αρχικό και θυμίζει περισσότερο μιναρέ και ως προς την μορφή του και ως προς την εσωτερική του πέτρινη σκάλα, που οδηγεί στο μπαλκόνι με το γυάλινο πυργίσκο. Είναι <<φανός λιμένος>> και αποτελείται μόνο από τον πύργο του φάρου, χωρίς την κατοικία των φυλάκων όπως οι υπόλοιποι επιτηρούμενοι φάροι. Κι αυτό γιατί βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή οπότε δεν ήταν απαραίτητη η επίβλεψη της λειτουργίας του από μία εφαπτόμενη ή κοντινή στον πύργο κατοικία φυλακών. Παρά ταύτα, γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα, κατασκευάστηκε στην βάση του Φάρου κεραμοσκεπής κατοικία,  που κατεδαφίστηκε το 1967.  Ο Φάρος ων Χανίων προστέθηκε στο Ελληνικό Φαρικό Δίκτυο μετά την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, το 1913. Ο Χανιώτικος Φάρος λειτούργησε το 1933 ως φανός λιμένος <<ερυθρός σταθερός>>, αλλά το 1941το φωτιστικό του μηχάνημα καταστράφηκε από τους Γερμανούς. το οποίο και αποκαταστάθηκε αργότερα και ο φάρος επαναλειτούργησε το 1945. Η λειτουργία του σταμάτησε στα 1962, μετά την πρόσκρουση σε αυτόν του πλοίου άφοβος.


      Το ενετικό λιμάνι στα Χανιά ζούσε, από οικονομική και πρακτική άποψη στην σκιά του λιμανιού  της  Σούδας, που ήταν ασφαλές και μεγάλο. Ο Φάρος, όμως ήταν ζωτικό μέρος του λιμανιού, μια και τα μεγάλα πλοία άραζαν έξω από  αυτό και η επικίνδυνη θάλασσα θα προκαλούσε ναυάγια χωρίς το φως του φάρου. Μένει εκεί, σαν στολίδι , του Ενετικού λιμανιού, θυμίζοντας μια άλλη ίσως ποιο ρομαντική εποχή της αστικής ανάπτυξης της πόλης μας.






  3.                               
    Το άρθρο είναι βασισμένο, στην παρουσίαση του βιβλίου του Δ. Βασιλειάδη «Οι Γερμανικές αποζημιώσεις» 
    Η διεκδίκηση των Γερμανικών αποζημιώσεων και άλλες παρεμφερείς επιδιώξεις, δείχνουν ότι η κοινωνία μας δεν έχει καμία αντίληψη για το τι πρέπει να γίνει για να υπερβούμε την κρίση  και να δημιουργήσουμε μια κοινωνία με συνοχή. Για  να υπάρχουν τέτοιες ιδέες ,υπέρβασης της σημερινής κατάστασης πραγμάτων, υλική προϋπόθεση είναι  η εμπιστοσύνη ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας.  Για να κατανοήσουμε την σημασία αυτού του γεγονότος  πρέπει να ανατρέξουμε στον επαναστατικό εθνικισμό, που είναι η βάση συγκρότησης των εθνών κρατών, δηλαδή των αστικών κοινωνιών. Κάθε ομάδα ανθρώπων, σύμφωνα με τον επαναστατικό εθνικισμό, που ζούνε σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο και μιλούν την ίδια γλώσσα και έχουν τον ίδιο λαϊκό πολιτισμό συγκροτούν ένα λαό που μπορεί να οικοδομήσει ένα έθνος κράτος. Αυτό το δικαίωμα κάθε επιμέρους εθνικισμού , είναι κοινό για κάθε λαό. Επίσης κάθε μέλος αυτής της ενότητας πρέπει να υπερασπίζετε τα υπόλοιπα από εξωτερικές επιβολές  και κάθε μέλος του λαού πρέπει να αναγνωρίζει σε όλα τα υπόλοιπα ότι έχουν κοινά ατομικά δικαιώματα απέναντι στο κράτος και ανάμεσα τους. Το έθνος κράτος Ελλάς κατά συνέπεια δεν διαθέτει την χαλαρή συνοχή του έθνους, είναι ένα συνονθύλευμα ατομικών, οικογενειακών και τοπικών συμφερόντων. Η έννοια  πατρίς, έχει την σημασία ότι  όλοι είμαστε ιδιοκτήτες ενός  αγροτεμαχίου και  συγχρόνως μπορούμε να κάνουμε οτιδήποτε ενάντια σε κάθε συνιδιοκτήτη, αφού η πατρίς έχει την υποχρέωση να μας τρέφει όλους. Σε αυτό το σημείο φτάνουμε , σε μια άλλη διάσταση της κοινωνίας μας, για να είμαστε λαός και έθνος , πρέπει να διαθέτουμε ατομικότητα και πριν από όλα να κατανοούμε ότι εμείς είμαστε υπεύθυνοι της ατομικής μας επιβίωσης. Χωρίς την ατομικότητα, οι άνθρωποι δεν μπορούν να αποκτήσουν καμιά μορφή ενότητας και κατά συνέπεια δεν μπορούν μεταβάλουν τον κόσμο, μπορούν να παραμένουν στην πρωτόγονη συνοχή της αγέλης με κυρίαρχους και κυριαρχούμενους. Οι προηγμένες χώρες , που κυριαρχούν σήμερα, έχουν συνοχή, λόγω της προσήλωσης, στο δίπτυχο λαός- έθνος.
    Στην συγκριμένη παρουσίαση, δεν έλειψαν φυσικά , οι μη ανθρωποκεντρικές ιδέες που φυτρώνουν, σαν τα μανιτάρια μετά την βροχή, στην Ελλάδα της κρίσης. Στην πρώτη θέση αυτών των αντιλήψεων είναι ο ρατσισμός, δηλαδή ο ναζισμός είναι χαρακτηριστικό των Γερμανών ως έθνος και κατά συνέπεια όλες οι γενεές των Γερμανών και οι σημερινές και εκείνες που θα έλθουν, είναι υπεύθυνες για τα εγκλήματα του ναζισμού. Ξεχνώντας ότι και Γερμανοί ήταν θύματα του ναζισμού περί το ένα εκατομμύριο χωρίς τους Εβραίους και δυόμιση με αυτούς. Ο ρατσισμός δεν βοηθά πραχτικά μια κοινωνία να υπερβεί την κρίση γιατί αυτός πάει χέρι-χέρι με τον ηθικό του κώδικα, ότι δηλαδή η ζωή είναι ένα εκκρεμές ανάμεσα στην επιβολή και την υποταγή και δεδομένου ότι δεν είμαστε ισχυροί και δεν μπορούμε να επιβληθούμε, θα υποταχτούμε και θα βγάζουμε τα κόμπλεξ μας στους ασθενέστερους. Οι έλευση των προσφύγων, δείχνει το αληθές του ισχυρισμού . Σε αρκετούς φυσικά υποβόσκει και η αντίληψη του περιούσιου λαού ή ακόμα χειρότερα οι αντιλήψεις για ανωτερότητα του πολιτισμού και της φυλής μας. Μια άλλη αντίληψη που διαπέρασε την παρουσίαση του βιβλίου, ήταν η επιλεκτική αντίληψη περί δικαιοσύνης. Δηλαδή ότι η δικαιοσύνη πρέπει να αποδίδεται μόνο από τους άλλους λαούς και όχι ανάμεσα μας. Ποιο είδος δικαιοσύνης αποδόθηκε στον εμφύλιο πόλεμο που ήταν και πιο αιματηρός και πιο βίαιος και πιο εγκληματικός από την Γερμανική κατοχή;;  

    Αφήσαμε για το τέλος την αντίληψη ότι οι πόλεμοι γίνονται για απόδοση δικαιοσύνης και ακόμα χειρότερα ότι η δικαιοσύνη επιβάλετε μετά από αυτούς. Αντίληψη που στο βάθος της κρύβει, δουλοπρέπεια, δηλαδή ότι το μοναδικό που έχει να κάνει ο αδύναμος είναι να είναι πάντα με την πλευρά του νικητή-ισχυρού. Οι πόλεμοι γίνονται για να λυθούν αντιθέσεις και να επιβληθεί το δίκαιο του νικητή και με βάση αυτό να προσπαθήσουν οι κοινωνίες  να επουλώσουν τις πληγές του πολέμου. Μετά τον Β! Παγκόσμιο Πόλεμο η ισορροπία αποκαταστάθηκε στην βάση του διαχωρισμού σε δυο μπλοκ εξουσίας . Για το δυτικό στο οποίο ενταχτήκαμε, από το 1949 και μετά, ήταν ζωτική  η ανοικοδόμηση της Δυτικής Γερμανίας που θα ήταν αδύνατη αν κατέβαλε εξ ολοκλήρου τις αποζημιώσεις, με συνέπεια  το ενδιαφέρον να σταματήσει . Από την άλλη πλευρά στην χώρα μας για να επιβληθεί η σταθερότητα της εξουσίας μετά τον εμφύλιο , λόγω της καταστροφής του παραγωγικού ιστού, έπρεπε  να βασιστεί μόνο στην  ξένη βοήθεια . Αυτή ήταν η αιτία που στα μέσα της δεκαετίας του 1950, αποποιηθήκαμε τις οφειλές του Δυτικογερμανικού κράτους. Αυτό δεν το έκανε το κράτος μόνο αλλά και η κοινωνία που για 47 χρόνια είχε απολέσει την μνήμη της. Τότε, το 2001, ιδρύθηκε από τους απογόνους των θυμάτων , το Εθνικό Συμβούλιο για τις Γερμανικές αποζημιώσεις.

    Δεν πέσαμε στην παγίδα να μπούμε στην δικολαβίστικη πλευρά του θέματος και να πάρουμε θέση. Μια και η διεκδίκηση δεν γίνεται γι αυτό καθ’ εαυτό το ζήτημα, αλλά για την δημιουργία θέσεων εξουσίας. Αναφερθήκαμε στην άλλη πλευρά του φεγγαριού , για να πούμε το προφανές, ότι κοινωνίες χωρίς συνοχή δεν μπορούν να μακροημερεύσουν.



  4.                                            


    Θα διηγηθούμε μια ιστορία στα όρια του μύθου. Τα  γεγονότα αυτά συνέβησαν στα 1956, επτά χρόνια μετά τον εμφύλιο, μια εποχή που το ποδόσφαιρο ήταν η μοναδική κοινωνική δραστηριότητα που έδινε χαρά και διασκέδαση, σε χιλιάδες ανθρώπους. Μια διεθνή, μάλιστα επιτυχία, σε αυτόν τον χώρο, θα έδινε την αίσθηση της απόδρασης από ένα ζοφερό παρόν. Ο αγώνας ήταν ανάμεσα στην Εθνική μας και τον κακό της δαίμονα την Β! Ιταλίας, που στο παρελθόν μας φιλοδωρούσε σε κάθε αγώνα με αρκετά γκολ. Φυσικά, ο χώρος που φιλοξένησε το ματς ήταν ο Λεωφόρος, το μοναδικό γήπεδο στο οποίο μπορούσε να δοθεί, διεθνής αγώνας. Ο αγώνας, ήταν επίσημος στα πλαίσια του Προολυμπιακού τουρνουά. Στο πρώτο ημίχρονο, η αντίσταση της Εθνικής μας, με μεγάλη απόδοση της αμυντικής γραμμής και ειδικά του τερματοφύλακα Στάθη Μανταλόζη, κράτησε ανέπαφη την εστία μας. Γεγονός που έκανε τους φιλάθλους να ελπίζουν σε αξιοπρεπή ήττα. Όταν μάλιστα πέρασαν και είκοσι λεπτά από το δεύτερο και βρισκόμασταν ακόμα στο μηδέν, άρχισαν οι πρώτες ελπίδες πως κάτι μεγάλο θα συνέβαινε. Ελπίδες που φάνηκαν να διαψεύδονται, όταν η Ιταλία άνοιξε το σκορ στο εβδομηκοστό λεπτό. Όμως οι διεθνείς, δεν είχαν πει την τελευταία τους λέξη και δέκα λεπτά μετά ισοφάρισαν με φάουλ του Μουράτη, έξω από την περιοχή. Για τους διεθνείς η διατήρηση του αποτελέσματος, θα ήταν η  πιο ευτυχισμένη στιγμή στην ζωή τους και για την ζωή των φιλάθλων, για τους Ιταλούς όμως  θα ήταν διασυρμός. Έτσι, μερικά λεπτά αργότερα, έδειξαν την αρνητική πλευρά του ταπεραμέντου τους, σε μια διεκδίκηση στον αέρα ο Ιταλός φόρ έδωσε μια αγωνιά στον Λυνοξυλάκη που τον έστειλε λιπόθυμο στο χορτάρι και στα αποδυτήρια. Ήταν τόσο σοβαρός ο τραυματισμός του που μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο, εν αγνοία των συμπαιχτών του. Μετά από αυτό το γεγονός, ποδοσφαιριστές και φίλαθλοι ζητούσα πλέον την νίκη. Εκδίκηση και δικαιοσύνη μαζί. Πράγματι, μερικά λεπτά πριν την λήξη, το δεκάρι της Α.Ε.Κ ο Κώστας Πούλης,  ανέτρεψε με ατομική προσπάθεια την Ιταλική άμυνα και έστειλε την μπάλα στα δίκτυα. Με το σφύριγμα της λήξης όλη η ποδοσφαιρική Ελλάδα ζούσε της πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωή της. 

     Οι διεθνείς επέστρεψαν περιχαρής στα αποδυτήρια για να ανακοινώσουν στον Λυνοξυλάκη, ότι πήραν το αίμα του πίσω. Έμαθαν όμως έντρομοι, ότι ο Κωστάκης, ήταν στο νοσοκομείο και ο Μουράτης, έχοντας στο μυαλό του έντονα το συναίσθημα της αδικίας που συνέβη στο συμπαίχτη του, όρμισε μαινόμενος στα Ιταλικά αποδυτήρια και έδειρε τον δράστη. Την επόμενη μέρα το Ανώτατο Ποδοσφαιρικό Συμβούλιο, σε μια συνεδρίαση κεκλισμένων των θυρών αποφάσισε να τιμωρήσει  τον Μουράτη. Πιστοί στο κλίμα της εποχής , που ήθελε να δείχνουμε, ότι είμαστε πολιτισμένη χώρα και μπορούμε με όπλα τον πολιτισμό των προγόνων και την πατροπαράδοτη Ελληνική φιλοξενία να αναπτύξουμε τουρισμό  και ο Μουράτης, χτύπησε φιλοξενούμενο, έτσι έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Η είδηση διέρρευσε στον τύπο. Η Αθλητική Ηχώ, εφημερίδα του Παναθηναϊκού και μητέρα της αθλητικής δημοσιογραφίας, ξεσήκωσε τον φίλαθλο κόσμο, με πύρινα άρθρα ενάντια στην αδικία που συνέβη στον αρχηγό του Ολυμπιακού. Όταν μάλιστα, ο Μουράτης, πήγε να απολογηθεί στο Συμβούλιο, πήγε με συνοδεία δεκάδων φιλάθλων που οργάνωσαν αυτοσχέδια διαδήλωση. Μέρος του Συμβουλίου, είχε τόσο πολύ ανησυχήσει,  από  τις αντιδράσεις των φιλάθλων, ώστε ήθελε να περάσει το θέμα, με δημόσια συγνώμη του Μουράτη και  μια μικρή τιμωρία. Προσπάθησαν με πλάγιους τρόπους να κάνουν τον Μουράτη να παραδεχθεί ότι έχει μετανιώσει και ότι έκανε το έκανε εν βρασμώ ψυχής. Ο Μουράτης δεν ενέδωσε.. Πριν να βγει έξω ο Μουράτης, εισέβαλαν, στο συμβούλιο, σχεδόν με την βία οι Μανταλόζης, Πούλης, Πετρόπουλος, και δήλωσαν πως και αυτοί φεύγουν από την Εθνική αν διώξουν τον Μουράτη. 


     Τα γεγονότα, αυτά, δείχνουν την διαχρονική πρόθεση κάθε εξουσίας για το έλεγχο του ποδοσφαίρου και την πλήρη αποξένωση της από το ποδόσφαιρο ως κοινωνικό φαινόμενο. Στον ηθικό κώδικα του ποδοσφαίρου, μπορείς να διεκδικείς την νίκη μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια, που δεν διαστρέφουν την ουσία του, το χτύπημα σε αντίπαλο που τον τραυματίζει σοβαρά, είναι η πιο βίαια παραβίαση αυτού του κώδικα και τόσο ο ποδοσφαιριστής της Ιταλίας και κύρια ο διαιτητής , που έπρεπε να τον προστατεύει, τον παραβίασαν με τον πιο απόλυτο τρόπο. Η μπάλα είναι επίσης η κατ’ εξοχήν, εκδήλωση της ζωής, που σε κάνει να αγαπάς χωρίς προϋποθέσεις και η αγάπη προς μια ομάδα είναι ο φορέας που δίνει μοναδικότητα σε αυτήν την σχέση. Οι ποδοσφαιριστές, που αποχώρισαν από την Εθνική , ήταν εκείνοι που αποτελούσαν, την ταυτότητα των ομάδων τους, αυτό που στην πραγματικότητα αγαπάμε όταν γινόμαστε οπαδοί κάποιου συλλόγου. Για τον Εθνικό , την  ομάδα των ανώτερων στρωμάτων της  κοινωνίας του Πειραιά, ο Στάθης Μανταλόζης ήταν χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιδιοσυστασίας του. Γνωστός , για το ήθος και την εντιμότητα του κυρίως όμως για την δύναμη του χαρακτήρα του που τον αναδείκνυε πάντα σε ψυχή της ομάδας που αγωνιζόταν. Ήταν αυτός που στην ουσία οργάνωσε την αντίδραση των διεθνών, ήταν επίσης ο μεγαλύτερος τερματοφύλακας της  εποχής  του και όχι μόνο. Ο Κώστας Πούλης, έκφραζε τον μποέμικο χαρακτήρα της Α.Ε.Κ, παίχτης μεγάλης τεχνικής  που δεν έκανε όμως καριέρα, όπως και τόσοι και τόσοι που πέρασαν από  αυτό το συλλόγο. Ο Παναθηναϊκός , η ομάδα της Αθηναϊκής αριστοκρατίας, που έπαιζε πάντα τεχνικό και καινοτόμο ποδόσφαιρο, έβρισκε στο πρόσωπο του Κώστα Λυνοξυλάκη, ένα κατ’ εξοχήν εκφραστή αυτής της ταυτότητας. Ο Κώστας, καταγόταν από τα υψηλά μεσαία στρώματα, φοιτητής του Πολυτεχνείου και ποδοσφαιριστής πρόδρομος της θέσης του λίμπερο, ένας πρώιμος Μπεκεμπάουερ. Ο Πετρόπουλος, ο αριστοκράτης Δον Ζουάν, δεν ήταν τόσο μεγάλος ποδοσφαιριστής, όσο  αργότερα προπονητής. Ο Ανδρέας Μουράτης, ίσως ήταν ο ποδοσφαιριστής που έκφρασε όσο κανένας άλλος την Ολυμπιακή ταυτότητα. Ήταν εργάτης , από φτωχή εργατική οικογένεια, γνωστός για το θάρρος, το πάθος, την αγωνιστικότητα του, δεν τα παρατούσε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Πολύπλευρο ταλέντο, «πρώτος και στην άμυνα άσσος σέντερ-φορ», σύμφωνα με το τραγούδι που γράφτηκε με βάσει τα γεγονότα που περιγράφουμε. Αν εκείνη την στιγμή, ο ποδοσφαιρικός κόσμος υποχωρούσε, το ποδόσφαιρο θα έχανε την αισθητική, την ιστορία του και αυτό το κάτι, που ενώνει και διαχωρίζει με τόσο απόλυτο τρόπο τους ανθρώπους , για να τους ενώσει ξανά, κάτω από το ποδοσφαιρικό φετίχ, την μπάλα. Η Αθλητική Ηχώ, κύριος εκφραστής του ποδοσφαιρικού κόσμου, συνέχισε να μάχεται και να ξεσηκώνει τους φιλάθλους. Συγχρόνως, όμως, η καλή εμφάνιση της Εθνικής στο Μεσογειακό κύπελλο με την Ισπανία, φόβισε την ηγεσία του ποδοσφαίρου πως μια ενδεχόμενη αποτυχία στο εν λόγω κύπελλο θα βάρυνε αποκλειστικά εκείνη.  Αποτέλεσμα, όλων αυτών, των παραγόντων,   οδήγησε στην ανάκληση της απόφασης και την επιστροφή των διεθνών στην Εθνική. Οι διεθνείς μαζί με τους φιλάθλους και των τριών ομάδων, γιόρτασαν την νίκης τους, στο  στέκι των φιλάθλων του Εθνικού.


    Η ιστορία μας που μαζί, ποδοσφαιριστές της Α.Ε.Κ, του Π.Α.Ο του Εθνικού και του Ολυμπιακού, ως ένας άνθρωπος αγωνίστηκαν για κάτι που θεωρούσαν ότι είναι δίκαιο, αγγίζει, προβεβλημένη στο σήμερα του ποδοσφαίρου, τα όρια του μύθου. Είναι ένας μύθος τόσο αληθινός όσο η αλήθεια και τόσο αλήθεια όσο ένας μύθος.  



  5.   
                                           
    Η ιστορία μας αρχίζει, δυο χρόνια μετά την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά, σε μια παραθαλάσσια κωμόπολη της νότιας Κρήτης. Ο κόσμος των κατοίκων, ήταν όπως και στις περισσότερες κωμοπόλεις της πατρίδας μας , ένας κόσμος κλεισμένος στα στενά όρια της φαμίλιας, των χωραφιών και της βόλτας  στην  άκρη του χωριού. 

     Αυτή ακριβώς την εποχή, ο παραγιός της οικογένειας της μάνας των ηρώων μας, εγκατέλειψε την θάλασσα και αποφάσισε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην μικρή μας πολιτειούλα. Τα εφόδια του, για την ένταξη στην τοπική κοινωνία, δεν ήταν τα κατάλληλα, ήταν γραμματιζούμενος, αλλά κυρίως διέθετε βιβλιοθήκη. Από την κοινωνική απομόνωση φρόντισαν να τον βγάλουν τα ανίψια του. Όταν άρχισαν να διηγούνται στους φίλους τους, ιστορίες για εξωτικούς  τόπους , φουρτουνιασμένες θάλασσες, ναυάγια , παγωμένα λιμάνια σε απομακρυσμένους προορισμούς. Πιο  μεγάλη εντύπωση, όμως έκαναν τα βιβλία  με τους περίεργους τίτλους  τις δεκάδες ιστορίες που έκρυβαν, αλλά και την γνώση  και άλλα την περιπέτεια. Έτσι το μικρό σπιτάκι, στην άκρη της κωμόπολης, έγινε το  στέκι της νεολαίας. Ο Γιάννης, βρήκε στα βιβλία και στις ιστορίες του θείου μια διέξοδο στην δίψα του για γνώση και να χορτάσει  την μικρή ερωτική φλογίτσα που πάντα τρεμόπαιζε στο βάθος των ματιών του. Για την Μαρία, αυτή η γνωριμία δεν γκρέμισε τον κόσμο της, αντικαθιστώντας τον με την επιθυμία για μεγάλους έρωτες, τις σιγούρεψε όμως την επιλογή να ξεφύγει από την μοίρα του γάμου  και να σπουδάσει. 

     Η Γερμανική κατοχή, όπως παλιότερα η δικτατορία, δεν προκάλεσε αλλαγές στις προαιώνιες κοινωνικές σχέσεις, απλά έκλεισε πιο πολύ τους ανθρώπους στο καβούκι τους. Αυτό που άλλαξε τα πράγματα, για την νέα γενιά κυρίως, ήταν η ίδρυση της Ε.Π.Ο.Ν.  Πλέον μπορούσαν μακριά από κάθε επίβλεψη μεγαλύτερου να κάνουν, βεγγέρες , γλέντια, θεατρικές παραστάσεις, μουσικές και θεατρικές βραδιές και κυρίως τα κορίτσια σε αυτές της δραστηριότητες δεν είχαν την αδελφική κηδεμονία. Έτσι ο Γιάννης  εντάχτηκε στην Ε.Π.Ο.Ν. Όταν  την Πρωτομαγιά του 1944 παρέλασε με τμήματα της Ε.Π.Ο.Ν ήταν μια έκπληξη τόσο για την οικογένεια, όσο και για την τοπική κοινότητα, ανήκε στην δεύτερη πιο πλούσια οικογένεια. Ο εμφύλιος δεν έφτασε ποτέ, στην πολιτειούλα μας και αυτή η αποκοτιά του Γιάννη, δεν έμελε για την ώρα να επηρεάσει σοβαρά το έτερο πρόσωπο της ιστορίας . Τα χαφιέδικα όμως μάτια των τοπικών κοινωνιών, ήταν πάντα τους άγρυπνα.
     Το 1947, ο Γιάννης, ανεβαίνει στην Αθήνα για να φοιτήσει στο Χημικό τμήμα του Πανεπιστημίου των Αθηνών. Συγκατοικεί, με τον Πέτρο, μακρινό του ξάδελφο και υψηλόβαθμο στέλεχος της παράνομης Ο.Κ.Ν.Ε, εν αγνοία του Γιάννη.  Το φθινόπωρο του 1948, φτάνει και η Μαρίας , στην Αθήνα  να δώσει εξετάσεις στο Αρσάκειο. Φυσικά ως νέα γυναίκα, έμεινε σε σπίτι συγγενή. Η Μαρία πέτυχε τον στόχο της εισαγωγής στο Αρσάκειο.   Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων συνοδεύτηκε με την κλήτευση, να παραβρεθεί στην δίκη του αδελφού της επί εσχάτη προδοσία. Τι είχε συμβεί; Ένα μήνα πριν, είχαν συλλάβει τον Γιάννη και τον συγκάτοικο του, χωρίς να ανακοινώσουν τις συλλήψεις . Η Μαρία, παραβρέθηκε στο κολαστήριο που ονομαζόταν ναός της Δικαιοσύνης, οι στρατοδίκες ελαφρά την καρδία, ανακοίνωσαν τρις εις θάνατο και η Μαρία έχασε τον κόσμο. Συνήλθε και ο  θείος της την ενημερώνει, ότι οι δικηγόροι ζήτησαν και πέτυχαν έφεση και ότι υπάρχουν ελπίδες για ισόβια. Όντως , οι υψηλές γνωριμίες, η λάμψη των λυρών, μετέτρεψαν την  ποινή  σε ισόβια, τελικά σε 8 χρόνια αποφυλακίστηκε. 

     Γεγονότα που στέρησαν, στην Μαρία, την εισαγωγή στο Αρσάκειο, χωρίς να της στερήσουν το πάθος να διδάξει. Δυο χρόνια μόλις μετά, κατάφερε να διοριστεί, δημοδιδασκάλισσα, σε  ένα νησάκι, μερικών εκατοντάδων κατοίκων, στο νοτιότερο μέρος της χώρας, παλαιός τόπος  εξορίας πολιτικών κρατουμένων. Το βιός τους μικρό, αλλά το μίσος για τους κατοίκους του χωριού της Μαρίας μεγάλο, αφού τους είχαν στην δούλεψη τους. Έτσι τα πρώτα χρόνια στις σχολικές αίθουσες κάθε άλλο παρά ευχάριστα ήταν. Η μετάθεση σε άλλα μεγαλύτερα σχολεία, βελτίωσαν την κατάσταση, δεν μείωσαν όμως την απομόνωση και τον κοινωνικό αποκλεισμό, στις  πιο απλές εκδηλώσεις της καθημερινότητας , σε μικρότερο βέβαια βαθμό , από κάποιο άλλο που δεν είχε την κοινωνική θέση του δασκάλου. Η ζωή φυσικά συνεχίστηκε, η σχετική χαλάρωση του κυνηγιού των μαγισσών , η οικονομική πρόοδος, η  ανάγκη για μεγάλο αριθμών δασκάλων , βοήθησε την Μαρία να μπει και να τελειώσει την Παιδαγωγική Ακαδημία. Βρίσκουμε, λοιπόν, την Μαρία το καλοκαίρι του 1957, στο χωρίο της, να περιμένει τον διορισμό σαν διπλωματούχος δάσκαλος. Οι γενναιόφρονες, όμως , συγχωριανοί της, δεν ανεχόταν, μια δασκάλα από αριστερή οικογένεια να διδάξει  τα παιδιά τους.  Η ασφάλεια, έθεσε στον πατέρα της, η την αποκήρυξη του γιού ή τον διορισμό της κόρης. Την ίδια νύχτα, ο πατέρας της πεθαίνει από αποπληξία στα χέρια της, μια και τα αδέλφια της, δεν ζούσαν πλέον στο πατρικό σπίτι.

     Η ζωή , όμως, συνεχίστηκε , η  Μαρία μπήκε στην ρουτίνα του δασκάλου, με αρκετή κοινωνική καταξίωση λόγω του έργου της. Ακλούθησε, ο  συμβιβασμός, ενός γάμου από προξενιό, με άνδρα της αντίθετης παράταξης. Ο διορισμός του συζύγου, στο δημόσιο, η μεγάλη της προίκα, οδήγησε στην μετακίνηση στα Χανιά σε ιδιόκτητο σπίτι και με δυο μισθούς. Μπαίνουμε , αισίως, στην σημαντική και για πολλούς ηρωική, δεκαετία του 1960. Την δεκαετία, του νέου διαφωτισμού στην τέχνη  και συγχρόνως εξηλεκτρισμός, οικονομική ανάπτυξη, σχετικός εκδημοκρατισμός. Φαινόταν,  ότι η κοινωνία μας θα ξεπεράσει τον εμφύλιο  ,θα εκσυγχρονιζόταν  και θα εντασσόταν ουσιαστικά οικονομικά και πολιτιστικά στην ήπειρο που γεωγραφικά ανήκε. Η Ελληνική κοινωνία εκείνης της εποχής με τον φυλετισμό και τον τοπικισμό της δεν σήκωνε ριζικές αλλαγές . Έτσι είχαμε την επιβολή της δικτατορίας.

       Η χούντα, για όσους  έχρησε αριστερούς  το μετεμφυλιακό καθεστώς , μεταχειρίστηκε αποκλειστικά τις μεθόδους των ηθικών εκβιασμών και εξευτελισμών. Δέκα μέρες μετά την επιβολή της, η Μαρία, όπως και εκατοντάδες αριστεροί δάσκαλοι, κλήθηκαν από τους διευθυντές τους, να εκφωνήσουν λόγους, μετά από άνωθεν εντολή,  για τους σκοπούς της «επανάστασης» . Η Μαρία, όπως και οι περισσότεροι συνάδελφοι της, υποχώρησαν  κάτω από το βάρος 20  χρόνων φόβου, διώξεων, ανασφάλειας, συντριπτικής  ήττας και την κοινωνική αποδοχή του καθεστώτος. Το δεύτερο χτύπημα, που δέχτηκε στην ζωής της ήταν οι  εκθέσεις  των  επιθεωρητών  με την πεισματική μείωση του ήθους, κάνοντας την όμηρο του καθημερινού ελέγχου από τον διευθυντή του σχολείου και των συναδέλφων για την ηθική της συμπεριφορά. Αν στην εκφώνηση των λόγων  έκανε πίσω, στον ηθικό εξευτελισμό αντέδρασε , κάνοντας την ζωή των επιθεωρητών δύσκολη με τις παθιασμένες και δίκαιες αντιδράσεις. 

     Η συνέχιση, αυτής της μορφής διακρίσεων, άρχισε να προκαλεί την αίσθηση του γελοίου, στους διωκόμενους. Εξάλλου στα 1972, φαινόταν, ότι η χούντα είχε τελειώσει τον ρόλο που της ανάθεσε ο κοινωνικός αυτοματισμός και το τέλος της ήταν πια φανερό. Συγχρόνως , η ανάδειξη του συζύγου της στην αντιπροεδρία της Ομοσπονδίας του, σηματοδότησε το τέλος 25 χρόνων διακρίσεων στην ζωή της Μαρίας.





  6.  

       Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.

    Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.
    Πρόσφατη περίπτωση ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μιαν ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ’ αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον… νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ’ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα επικίνδυνη που επιθυμούσε να μας υποτάξει.

    Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Όμως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.
    Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητες. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία.
    Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων. Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όμως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.

    Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ότι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.
    Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς τουAIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια. Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος.

    (*Κείμενο του συνθέτη Μάνου Χατζιδάκι για το νεοναζισμό και τον εθνικισμό που έγραψε τον Φεβρουάριο του 1993, , το οποίο είχε δημοσιευτεί στο πρόγραμμα αντιναζιστικής συναυλίας που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωμάτων με έργα Βάιλ, Λίστ και Μπάρτον.




  7. Το 2015 η είδηση της δολοφονίας της Άμι Μπορίσοβα από τον πατέρα της συντάραξε την κοινή γνώμη. Το περιοδικό μας θα αναδείξει την κοινωνική και εγκληματολογική διάσταση της παιδοκτονίας Η παιδοκτονία και γενικά η εγκληματικότητα ανάμεσα σε μέλη της ίδιας οικογένειας δεν είναι ασυνήθιστη μορφή εγκλήματος στα διεθνή χρονικά. Τα εγκλήματα αυτά έχουν συνήθως ως χώρο τις κλειστές αγροτικές κοινωνίες και τις κλειστές κοινωνικές ομάδες, λόγω του αιμομικτικού , τους χαρακτήρα.

      Τέτοιας μορφής εγκλήματα, δείχνουν με τον ποιο γλαφυρό την διαρραγή του κοινωνικού ιστού. Είναι ένα έγκλημα που εμπεριέχει την αρκετά συνηθισμένη μορφή συναισθηματικής ανωριμότητας, αυτήν που ο άνδρας αισθάνεται επιβεβαιωμένος μόνο με την επιβολή στον ερωτικό του συντρόφου. Αυτά τα εγκλήματα αρκετές φορές έχουν, όπως και για την Μήδεια του Σοφοκλή, την μορφή εκδίκησης προς τον ερωτικό σύντροφο. Για να κατανοήσουμε πόσο συνηθισμένη είναι , η ψυχική κατάσταση των δραστών, παρότι συνήθως δεν οδηγεί στο έγκλημα, θα κάνουμε ένα παραλληλισμό, μοιάζει με την αρκετά διαδομένη σκέψη κατά την διάρκεια ενός ερωτικού ανταγωνισμού, ότι θα θέλαμε να δούμε την αντίδραση του ερωτικού μας συντρόφου σε περίπτωση θανάτου μας, φυσικά δεν αυτοκτονούμε γιατί δεν θα ζο
    ύμε για να δούμε την "επιτυχία" μας. Στους δράστες τέτοιων εγκλημάτων , η συναισθηματική ανωριμότητα και τα πάθη των στιγμών, τους εμποδίζει να τιθασεύσουν τον πρωτογονισμό που υπάρχει μέσα στην φύση όλων μας.
    Η δολοφονία ενός παιδιού, είναι ανθρωποκτονία και ανήκει στα λεγόμενα «κλασικά» εγκλήματα, εκείνα δηλαδή που παρατηρούνται διαχρονικά και διατοπικά. Δεν εντάσσονται στις παροδικές εξάρσεις της εγκληματικότητας, αυτό που ονομάζουμε «κύματα εγκληματικότητας». Τα παιδιά είναι τα «αθώα» θύματα σε αντιδιαστολή με τα «προκλητικά» θύματα, εκείνα που συμμετέχουν ή προκαλούν την εγκληματική ενέργεια σε βάρος τους.
    Η Εγκληματολογία ισχυρίζεται ότι τα παιδιά ανήκουν στην κατηγορία των πολιτισμικά νομιμοποιημένων θυμάτων, που σημαίνει ότι η ίδια η κοινωνία, ο ίδιος ο πολιτισμός μας, κατασκευάζει τέτοιες κατηγορίες πληθυσμού. Εδώ τα παιδιά έχουν περισσότερες πιθανότητες να υποστούν μια εγκληματική ενέργεια σε βάρος τους συγκριτικά με άλλα άτομα ή κατηγορίες. Το συμπέρασμα είναι ότι τα παιδιά είναι ευάλωτα και θυματοποιούνται περισσότερο


     Η παιδοκτονία ερμηνεύεται σαν πράξη εγκλήματος. Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι κατ’ αρχήν έχουμε να κάνουμε με μια προσωπικότητα εγκληματία. Είναι μια ανώριμη προσωπικότητα, εγωκεντρική, η οποία έχει δυσκολία συναισθηματικής συμμετοχής και διακρίνεται ως εκ τούτου για την ψυχρότητα και την απόσταση που έχει στη σχέση του με τους άλλους.
    Το άτομο με τέτοιου είδους προσωπικότητα δεν ανέχεται ούτε την παραμικρή ανοχή πάνω στην επιφάνεια του ναρκισσισμού του..
    Έτσι, λοιπόν, παρουσιάζεται η παρορμητικότητα και ερμηνεύεται μέσα από την αδυναμία να την ελέγξει, διότι οι μηχανισμοί άμυνάς του είναι ανεπαρκείς, λόγω της ανωριμότητάς του και του ναρκισσισμού του.
    Ειδικότερα, ο δράστης που χρησιμοποιεί τα παιδιά σαν μέσο εκδίκησης ενάντια σε συγκεκριμένο πρόσωπο, δηλαδή στη μητέρα, δείχνει ότι αφενός μεν έχει πλήρη επαφή με την πραγματικότητα, δηλαδή δεν διακατέχεται ούτε από παραλήρημα ούτε από ακουστικές ή οπτικές ψευδαισθήσεις, ούτε πιστεύει ότι τον καταδιώκουν, στοιχεία που χαρακτηρίζουν μια αποδιοργανωμένη προσωπικότητα, αλλά προσχεδιάζει στο μυαλό του το τι θα κάνει, γνωρίζοντας τις συνέπειες.
    Συμπερασματικά, λοιπόν, είναι θέμα χρόνου ή να το απωθήσει τελείως και να δημιουργήσει κενό μνήμης, όπως συμβαίνει με μερικούς από τους δολοφόνους ή εν καιρώ να έρθει σε επαφή με την πραγματικότητα της πράξης του και να δώσει τέλος στη ζωή του.
    Η συγκρότηση μιας προσωπικότητας έχει να κάνει με τη δυνατότητα του ατόμου να ελέγχει ορμές, παρορμήσεις και επιθυμίες από την πρωτόγονη πλευρά του εαυτού του.
    Κοινό χαρακτηριστικό των ανθρώπων αυτών, είτε πρόκειται για άνδρα είτε πρόκειται για γυναίκα: Η εκπληκτική συναισθηματική ψυχρότητα και απόσταση απέναντι στις ανθρώπινες βιολογικές και ψυχικές αξίες
    :

                   


  8.                            


    Δυο ιδεολογίες, εξόχως παρούσες στο μοντέρνο σήμερα , η μεν πρώτη όταν αναφερόμαστε στις ανθρώπινες αξίες, ενώ η δεύτερη περνά σαν κόκκινη γραμμή, είτε θετικά είτε αρνητικά, όλο τον πολιτικό κόσμο. Στον 18ο αιώνα, αυτές οι ιδεολογίες, έβαλαν τις βάσεις ( η πρώτη) στον Ελληνικό και Βαλκανικό διαφωτισμό και στις κινήσεις, η δεύτερη, που τον 19ο αιώνα πραγματοποίησαν από το 1806 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1870, τις επαναστάσεις που δημιούργησαν τα σύγχρονα Βαλκανικά κράτη.
    Οι εθνικοί ηγέτες και διανοούμενοι των Βαλκανίων τον 19ο αιώνα επηρεάστηκαν ιδιαίτερα από δυο πολιτικά δόγματα δυτικοευρωπαϊκής προέλευσης : το φιλελευθερισμό που προερχόταν από τις ιδέες του Διαφωτισμού τον 18ο αιώνα και τον εθνικισμό, η βάση του βρισκόταν στον ρομαντισμό και στον ιστορικισμό του 19ου αιώνα. Ας ξεκινήσουμε από τον φιλελευθερισμό. Κάποιοι διανοούμενοι ισχυριζόταν ότι σύμφωνα με την ιδέα του φυσικού νόμου, όλοι οι άνθρωποι είναι προικισμένοι με συγκεκριμένα δικαιώματα, τα οποία απέκτησαν με τη γέννηση τους και τα οποία θα έπρεπε να θεωρούνται «αναπαλλοτρίωτα» απέναντι σε κάθε εξουσία. Στην Αμερικάνικη  Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, που αποτελεί μια έξοχη διακήρυξη των βασικών ιδεών αυτής της φιλοσοφικής σχολής σκέψης, τα δικαιώματα αυτά ήταν «η ζωή, η ελευθερία και η επιδίωξη της ευτυχίας». Συχνά, στον κατάλογο των φυσικών δικαιωμάτων έμπαινε και η ιδιοκτησία.
    Με βάση αυτές τις ιδέες, θα έπρεπε να σχεδιαστεί ένα σύνταγμα, ένα είδος κοινωνικού συμβολαίου, που έθετε ρητά τα όρια της κρατικής εξουσίας και θα εγγυούταν τα δικαιώματα του πολίτη. Ο φιλελευθερισμός εξήρε την πολιτική ισότητα : όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από εθνική ή κοινωνική προέλευση θα είχαν τα ίδια δικαιώματα μέσα στα όρια του κράτους. Έμφαση δινόταν στη ελευθερία του ατόμου και στην προστασία του απέναντι στην τυραννία της κυβέρνησης ή της κοινωνία. Ο φιλελευθερισμός ενώ υιοθετούσε την αρχή της πολιτικής ελευθερίας, μόνο η ριζοσπαστική του εκδοχή μιλούσε για κοινωνική ή οικονομική ισότητα και σπανιότερα στην παρέμβαση του κράτους για την βοήθεια ενός τμήματος του πληθυσμού.

      Αντιθέτως, σχεδόν όλα τα εθνικιστικά δόγματα μετέθεσαν ολοκληρωτικά από το άτομο στη συλλογική οντότητα, το έθνος. Ένα μεγάλο μέρος από το λεξιλόγιο του ρομαντικού εθνικισμού επηρεάστηκε σημαντικά από το έργο του Γιόχαν Γκόντφριντ Χέντερ, Γερμανού φιλοσόφου, οι ιδέες του οποίου είχαν τεράστια επιρροή στην Ανατολική Ευρώπη. Αναλαμβανόταν τα άτομα στην κοινωνία μόνο ως τμήματα του Volk, του λαού ή ακόμα καλύτερα της εθνικής (φυλετικής) ομάδας. Ο Χέντερ πίστευε ότι η τέχνη, η μουσική, η λογοτεχνία, τα τοπικά έθιμα, οι νόμοι, αποτελούσαν έκφραση αυτού του μοναδικού πνεύματος ,  ή τουVolksgeist, του κάθε λαού. Σε αυτόν τον κώδικα αξιών, η προσωπική ελευθερία θα πραγματωνόταν όχι μέσω συνταγμάτων και  παρόμοιων νομικών κειμένων, αλλά μέσω της ταύτισης με τη συλλογική θέληση του έθνους και της υποταγής σε αυτή κάτι που εκφραζόταν συχνά από ένα χαρισματικό ηγέτη.
    Τον εθνικιστή ενδιέφεραν ιδιαίτερα η μελέτη και η καθαρότητα της γλώσσας του, καθώς θεωρούσε ότι ήταν ίσως η σημαντικότερη εκδήλωση του εθνικού χαρακτήρα. Οι ξενικές λέξεις έπρεπε να εξαλειφθούν από το λεξιλόγιο κάθε γλώσσας ως επικίνδυνες για τους φυσικούς τρόπους έκφρασης. Εθνικιστές φιλόσοφοι ασχολούνταν, αντίστοιχα, με την αναβίωση της ιστορίας του έθνους τους και με την παράδοση και τα παραμύθια. Χαίρονταν να ψάχνουν το σκοτεινό παρελθόν του λαού τους και διακήρυτταν το μεγάλο του σεβασμό για το χωρικό, που θεωρούσαν ότι ήταν το στοιχείο της κοινωνίας που είχε διαβρωθεί λιγότερο από «ξένες» επιρροές. Ο επαναστατικός εθνικισμός άσκησε σημαντική έλξη σε τμήματα του πληθυσμού, όπως φοιτητές, καθηγητές πανεπιστημίων, συγγραφείς, έμπορους και εκπροσώπους άλλων επαγγελμάτων που ήταν μεν μορφωμένοι, αλλά αποκλειόταν συχνά από τα υψηλά κρατικά αξιώματα. Τα προγράμματα τους τόνιζαν ιδιαίτερα την δράση και την ανάγκη της πάλης για ευγενικούς σκοπούς και οι προσπάθειες τους ευδοκίμησαν σε μια ατμόσφαιρα συνωμοσίας και βίας


     Τα επαναστατικά κινήματα του 19ουαιώνα σε ολόκληρη την Ευρώπη συνδύαζαν το φιλελευθερισμό με τον εθνικισμό, μολονότι οι αντιφάσεις τους είναι φανερές. Οι ηγέτες συγκέντρωναν την προσοχή τους στη διάλυση φεουδαρχικών ή απολυταρχικών  καθεστώτων και την αντικατάσταση τους από συνταγματικές  κυβερνήσεις. Αποδεχόταν την εθνική βάση για το κράτος , δηλαδή ότι οι λαοί με κοινή γλώσσα και ιστορικό παρελθόν θα έπρεπε να ενώνονται. Οι συνέπειες της φιλελεύθερης και εθνικιστικής ιδεολογίας ήταν σαφείς στην νότια Ευρώπη: τόσο η αυτοκρατορία των Αψβούργων( Αυστροουγγαρία) όσο και η Οθωμανική θα έπρεπε να διαλυθούν και να αντικατασταθούν από εθνικά κράτη και συνταγματικές κυβερνήσεις. Παραμερίζοντας την θεωρία, ήδη κατά τον 18ο αιώνα είχαν συμβεί συγκεκριμένα γεγονότα που βοήθησαν στην εξώθηση του Ελληνικού και των βαλκανικών λαών προς την πορεία αυτή. Ορισμένες πτυχές αυτών των εξελίξεων, κυρίως η πολιτιστική αναγέννηση και η αύξηση του ενδιαφέροντος για τη γλώσσα, ήταν πλήρως εναρμονισμένες με την εθνικιστική θεωρία.



  9.                                        


    Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας.
    Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής, φαίνεται δηλ. ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απ’ αυτόν. Στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα. Εκείνο όμως πού προ παντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους. Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. 
    Η παρατήρηση αυτή μας φέρνει στη δεύτερη από τις δύο μεγάλες φάσεις της εθνικής συρρίκνωσης του ελληνισμού . Αν η πρώτη είχε κυρίως γεωπολιτικό χαρακτήρα, η δεύτερη, πού άρχισε μετά τη σχετική ολοκλήρωση της πρώτης, χαρακτηρίζεται από τα συμπτώματα και τα συμπαρομαρτούντα ενός παρασιτικού καταναλωτισμού αδιάφορου για τις μακροπρόθεσμες εθνικές του επιπτώσεις, ιδιαίτερα σ’ ότι αφορά την ανεξαρτησία της χώρας και την αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων. Τον καταναλωτισμό αυτόν δεν τον ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντάς του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι. Θα ήταν εξωπραγματικό και ανόητο να θέλει να αποκόψει κανείς τον ελληνικό λαό στο σύνολό του από τις νέες δυνατότητες της παραγωγής και της τεχνολογίας — και επί πλέον θα ήταν και επικίνδυνο, γιατί μια τέτοια αποκοπή θα συμβάδιζε με μια γενικότερη οικονομική και στρατιωτική καθυστέρηση.
    Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού, αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού» με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή, ήτοι τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και την κάρπωση των συναφών κοινωνικών και υλικών προνομίων.Ο παρασιτικός καταναλωτισμός, όπως τον ορίσαμε παραπάνω, προκάλεσε μια τέτοια διασπάθιση πόρων, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980, ώστε η στενότητα των πόρων θα ακολουθεί στο εξής, και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, την ελληνική εθνική πολιτική σαν βαριά σκιά. Οι σημερινές, και οι αναπόδραστες αυριανές, προσπάθειες του «πολιτικού κόσμου» για τη λύση αυτού του πιεστικού προβλήματος δεν αποτελούν διαρθρωτική του αντιμετώπιση, παρά κατά βάθος αποσκοπούν στη δημιουργία συνθηκών πρόσκαιρης ανακούφισης πού θα επιτρέψουν ξανά την ανακύκλωση του προηγούμενου φαύλου παιγνιδιού μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων. Οι απωθητικοί και αντισταθμιστικοί μηχανισμοί, με τη βοήθεια των οποίων η πολυδαίδαλη και πολυμήχανη νεοελληνική ψυχή παρακάμπτει τους εξευτελισμούς χωρίς ποτέ να τους υπερνικήσει κατά μέτωπο, είναι παλαιοί, δοκιμασμένοι και γνωστοί. Επειδή ο επαίτης κατάγεται, γεωγραφικά τουλάχιστον, από τον τόπο του Περικλή, πιστεύει ο ίδιος ότι δικαιούται να εμφανίζεται με χλαμύδα, τη λευκότητα της οποίας τίποτε, ούτε καν κατάφωρες παραχαράξεις και καταχρήσεις, δεν θα μπορούσε να σπιλώσει.
     Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση, κάνοντάς τη να φαίνεται κατ’ αρχήν αδιέξοδη, είναι ότι η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής προσπάθειας στο σύνολο της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα μιας μειοψηφίας, η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με οποιαδήποτε μέσα και προ παντός με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού. 
    Η σημερινή κατάσταση του «πολιτικού κόσμου» δεν απέχει ουσιαστικά από τη γενική κατάσταση του περιούσιου λαού και αποτελεί επίσης ισχυρότατο εμπόδιο για την εκλογίκευση της εθνικής πολιτικής. Αν ο «πολιτικός κόσμος» κάποτε εμφανίζεται χειρότερος από τον «λαό», ενώ είναι απλώς ίδιος, ο λόγος είναι ότι ο «λαός» ή όσοι μιλούν εκάστοτε στο όνομά του έχουν ένα τακτικό πλεονέκτημα απέναντι στον «πολιτικό κόσμο»: μπορούν να τον αποκαλούν ανίκανο η διεφθαρμένο χωρίς να φοβούνται δυσάρεστες συνέπειες — απεναντίας μάλιστα, αποκτούν πολύτιμους και εξαργυρώσιμους τίτλους δημοσίων κηνσόρων. Αλίμονο όμως σ’ έναν κοινοβουλευτικό πολιτικό αν τολμήσει να αποκαλέσει τον δήμο ηλίθιο ή ιδιοτελή κι αδιάφορο για το εθνικό μέλλον η σταδιοδρομία του σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την ικανότητά του να εγκωμιάζει τις μεγάλες ψυχικές αρετές και την ευθυκρισία ή τουλάχιστον το αλάνθαστο ένστικτο «του λαού μας».Η κομματικοποίηση των μεγάλων θεμάτων της εθνικής πολιτικής και η άγρια εσωτερική τους εκμετάλλευση είναι πασίγνωστη ήδη από το γεγονός ότι οι πάντες την επιρρίπτουν στους πάντες — διαιωνίζοντας την. Στο σημείο αυτό γίνεται εμφανέστατη η εθνική ανεπάρκεια τού ελληνικού «πολιτικού κόσμου» και συνάμα ο οργανικός του συγχρωτισμός με τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας, ο οποίος τον καθιστά ανίκανο να της αντιπαραταχθεί για να την καθοδηγήσει. Ο κατακερματισμός των αντιλήψεων για την ελληνική εθνική πολιτική, ο μικροπολιτικός της χειρισμός και η σύνδεση της με ζητήματα προσωπικού γοήτρου αντανακλούν τον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος, τον αποπροσανατολισμό του συνόλου λόγω του ιδιοτελούς και παρασιτικού προσανατολισμού των ατόμων και των ομάδων.
    Μονάχα η ευόδωση της εκσυγχρονιστικής προσπάθειας επιτρέπει την επιτυχή άμιλλα με άλλα έθνη και έτσι χαρίζει την αυτοπεποίθηση εκείνη, η οποία επιτρέπει την απροβλημάτιστη αναστροφή με την εθνική παράδοση και καθιστά ψυχολογικά περιττό τον πιθηκισμό. Αντίθετα, η ανικανότητα ενός έθνους να συναγωνισθεί τα άλλα σε ότι  σήμερα — καλώς η κακώς — θεωρείται κεντρικό πεδίο της κοινωνικής δραστηριότητας θέτει σε κίνηση έναν διπλό υπεραναπληρωτικό μηχανισμό: τον πιθηκισμό ως προσπάθεια να υποκαταστήσεις με επιφάσεις ότι δεν κατέχεις ως ουσία και την παραδοσιολατρία ως αντιστάθμισμα του πιθηκισμού. Απ’ αυτή την άποψη, ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολίτικος πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους. Μονάχα ο εκσυγχρονισμός στη βάση μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής και εθνικής ανανέωσης θα δημιουργήσει συνθήκες ψυχικής υγείας.
    Και η τελευταία τάση, για την οποία θα μιλήσουμε ακροθιγώς σε σχέση με την ελληνική εθνική πολιτική, δεν διαθέτει κάποιον αξιόλογο και μαζικό πολιτικό φορέα, αλλά είναι μάλλον διάχυτη, όπως και η προηγούμενη. Απλώνεται σε διάφορους βαθμούς ασάφειας κυρίως μέσα στον χώρο της ευρύτερης αριστεράς, μολονότι κάποτε συνοδοιπορεί με την πολιτική της ευρωπαϊκής ένταξης, αν και εφ’ όσον απ’ αυτήν αναμένεται η άμβλυνση των εθνικισμών και η προαγωγή της ειρήνης ή της συναδέλφωσης μεταξύ των λαών μέσω της απάλειψης των συνόρων, της καθολικής εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κτλ. κτλ. Τέτοιοι, κατά βάθος απολιτικοί, ευσεβείς πόθοι αποτελούν κατ’ ουσία την αριστερή εκδοχή ή παραλλαγή του μαζικοδημοκρατικού  ευδαιμονισμού  οποίος ονειρεύεται μία κατάσταση, όπου συλλογικές προσπάθειες και συλλογικές θυσίες θα είναι περιττές, και την απροθυμία του γι’ αυτές την ντύνει με ψευτοηθικές δεοντολογίες. Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού κινήματος, οι παρεμφερείς αντιλήψεις εκπληρώνουν μία πρόσθετη ψυχολογική λειτουργία.

    Πολλοί, των οποίων οι ελπίδες, οι διαγνώσεις και οι προγνώσεις διαψεύσθη­καν παταγωδώς και οι οποίοι τώρα δεν έχουν αρκετή αξιοπρέπεια για να σωπάσουν και να αναρωτηθούν μήπως είναι ανίκανοι να καταλάβουν τι γίνεται στον κόσμο, παρά αντίθετα συνεχίζουν απτόητοι τη φιλόδοξη πολιτική ή συγγραφική τους σταδιοδρομία επικαλούμενοι την ακατάλυτη πίστη τους στο «μέλλον του άνθρωπου» και στην «πρόοδο» — πολλοί τέτοιοι, λοιπόν, ζητούν σήμερα υποκατάστατα των παλαιών ορθόδοξων σοσιαλιστικών ουτοπιών σε θολούς ειρηνισμούς και σε οικουμενιστικές ηθικολογίες. Νομίζουν ότι με τον τονισμό του μεγάλου κοινού ανθρωπιστικού παρονομαστή και με την υπόμνηση του πάντα αδιάπτωτου ανθρωπιστικού τους φρονήματος θα ρίξουν μία γέφυρα ανάμεσα στις χθεσινές και στις σημερινές τους τοποθετήσεις, σβήνοντας έτσι από τη μνήμη των άλλων τις πολιτικές τους γκάφες και διασκεδάζοντας τις εύλογες αμφιβολίες, ως προς τις πνευματικές τους ικανότητες σ’ ότι αφορά στη σύλληψη πολιτικών καταστάσεων. Ο κόπος τους φαίνεται ωστόσο να πηγαίνει χαμένος.
    Ας επαναλάβουμε, κλείνοντας, ότι σκοπός των σύντομων αυτών παρατηρήσεων δεν ήταν, ούτε μπορούσε να είναι, η διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων πάνω στα συγκεκριμένα προβλήματα πού αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική εξωτερική πολιτική. Συχνότατα η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά. Η στάση αυτή δεν προμηνύει τίποτε καλό.

    Το κείμενο είναι από  απόσπασμα από το βιβλίο του “Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο» του Π.Κονδύλη, ένα προφητικό κείμενο γραμμένο το 1992.


  10.      
                           
    Ο άνθρωπος είναι μια δυνατότητα προς το καλύτερο ή το χειρότερο, έλεγε ο γέρο Μαρξ. Όταν οι γονείς μας, είχαν  την ατυχή έμπνευση να μας φέρουν στον κόσμο, μας έφεραν  στον στίβο της μάχης που ονομάζεται ζωή. Το πώς ενεργούμε σε αυτόν τον πόλεμο, εξαρτάται από την επιλογή, της εμπιστοσύνης ή της ανυπαρξίας  της , προς στους άλλους ανθρώπους. Πιο από τα δυο είναι το σωστό και τα  δυο και  μάλιστα  η δεύτερη επιλογή, στατιστικά αφορά τους περισσότερους. Το πώς επηρεάζουν αυτές οι επιλογές, την κοινωνικότητα  του ατόμου είναι το θέμα μας.

    Η έλλειψη εμπιστοσύνης, είναι μια εύλογη επιλογή γιατί σε προστατεύει από τις κακοτοπιές. Βασίζεσαι μόνο στις ατομικές σου δυνατότητες και δεν κινδυνεύεις να σε χρησιμοποιήσει κάποιος με τον οποίο έχεις σχέσεις εμπιστοσύνης, μια και όλοι ενδιαφέρονται για τα ατομικά τους συμφέροντα. Δυστυχώς όμως για να ζήσει το άτομο είναι απαραίτητο να ζει σε κοινωνίες, να συναναστρέφεται δηλαδή αναγκαστικά με άλλους ανθρώπους. Αυτή η επιλογή καθορίζει και την αντίληψη για την κοινωνία και τον κόσμο. Η γνώση της ανθρωπότητας δεν έχει για αυτόν καμία σημασία μια και έχει ανακαλυφτεί από άλλους που και αυτοί δούλευαν για το ατομικό τους συμφέρον και τα γραφόμενα τους έχουν μοναδικό στόχο να το εξυπηρετήσουν. Μοναδικό μέσο για αυτά τα άτομα που χρησιμοποιήσουν στην πραχτική ζωή είναι η ατομική εμπειρία, που σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πολυπλοκότητα  της ζωής. Από την άλλη πως μπορεί να ισορροπήσει μια κοινωνία, όταν ο καθένας χρησιμοποιεί κάθε μέσο για το ατομικό του συμφέρον, πως θα επιβιώσει μια κοινωνία, άρα πως θα ζήσουν τα άτομα που την αποτελούν; Πρέπει να υπάρχει μια δύναμη που να στέκει πάνω από τα ατομικά συμφέροντα, τα οποία πρέπει να καταστέλλει  όταν αυτά παίρνουν αντικοινωνικό χαρακτήρα. Αυτή η δύναμη όπως όλοι ξέρουμε είναι το κράτος  το οποίο δεν μπορεί να είναι ούτε  ουδέτερο ούτε δίκαιο, μια και αποτελείται  από ανθρώπους που και αυτοί με την σειρά  τους πρέπει να υπερασπίσουν τα ατομικά τους  συμφέροντα. Φυσικά το να μην εμπιστεύεσαι κανένα, στην πράξη  δεν ισχύει, ομαδοποιούμαστε, είτε μέσω της οικογένειας, είτε μέσω της εργασίας, είτε μέσω ομάδας συμφερόντων , είτε μέσω κόμματος, κινήματος ή σωματείου. Η σύγκρουση αυτών των συμφερόντων και η ισορροπία που την ακολουθεί, καθορίζουν και το είδος της κρατικής παρέμβασης και το είδος του κράτους. Τα  άτομα, όμως που θεωρούν  ότι ο άνθρωπος είναι αποκλειστικά μια δυνατότητα προς το χειρότερο, μπορεί να κοινωνικοποιούνται ή ομαδοποιούνται, αλλά δεν εμπιστεύονται αυτούς τους ανθρώπους που είναι φορείς της κοινωνικοποίησης τους.  Μάλιστα ζουν σε μια συνεχή ανασφάλεια, λόγω της αναγκαστικής σχέσης εμπιστοσύνης που πρέπει να δείχνουν ότι έχουν με τα μέλη της ομάδας τους. Έτσι η λειτουργία των ομάδων βασίζεται, σε ένα συνεχή ανταγωνισμό για να ανέλθουν ιεραρχικά τα άτομα και να εξασφαλίσουν μια σχετική ασφάλεια για κάποιο διάστημα. Οι ομάδες φυσικά έχουν συνοχή, γιατί η έξοδος από αυτές , θα ήταν   καταστροφική για κάποιον που θεωρεί κάθε άλλο άτομο, ανταγωνιστή. Πρακτικά η επιβίωση τους, θεωρούν ότι  σχετίζεται με την σχέση υποταγής είτε με την   ηγεσία της ομάδας, είτε με την κρατική εξουσία. Το πραγματικό , όμως βουνό για τα άτομα αυτών των αντιλήψεων, είναι  η καθημερινότητα και ειδικά ο ελεύθερος χρόνος, ειδικά για εκείνους που πρέπει να παίζουν τον ρόλο, του προοδευτικού και  εκείνου που θέλει  είτε να μεταρρυθμίσει είτε να αλλάξει ριζικά την κοινωνία, αφού σύμφωνα με τις αντιλήψεις τους κάτι τέτοιο ούτε έγινε ούτε θα γίνει ποτέ μια και ο άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει από την ατομικότητα του και να μην ανταγωνίζεται τους άλλους. Το διαχρονικό  και αιώνιο είναι μόνο η εξουσία που μας επιτρέπει να ζούμε χωρίς να σφαζόμαστε.  Έτσι οι ανθρώπινες τους σχέσεις, είναι τόσο απρόσωπες, ώστε μοιάζουν με σχέση πραγμάτων. Αυτή  η σκόπελος ξεπερνιέται με το γέμισα του χρόνου με δράσεις, χόμπι, ασχολία με το σώμα, με άλλες δραστηριότητες ή με την πλήρη απομόνωση πέρα από την συναναστροφή στην πρακτική επιβίωση σαν μέλη οικογένειας ή στην δουλεία. Συνηθισμένο είναι να τα κάνουν όλα μαζί , έτσι μειώνουν τον χρόνο σκέψης και απόκτησης γνώσης, που δεν έχει για αυτούς καμιά αξία, μια και η ατομική εμπειρία μέτρα μόνο  στην επιβίωση. Φυσικά σε μια κοινωνία του 21ουαιώνα κανείς δεν επιβιώνει χωρίς γνώση και πληροφορία, όμως κανείς δεν μπορεί να μας υποχρεώσει, η γνώση να είναι μεγαλύτερη από την αναγκαία στο επάγγελμα και στον κοινωνικό ρόλο.  Τι κρίμα όμως που πρέπει να δείχνουν, ότι συμμετέχουν στο προϊόν της διασκέδασης. Δεν μπορούν φυσικά, να χαρούν από την ομορφιά  της ανθρώπινης συναναστροφής, αρά την συμμετοχή σε χώρους διασκέδασης την κατανοούν ως ρόλο. Η απόλαυση δεν έχει κανένα άλλο νόημα πέρα από το να δείξουν, την ομάδα στην οποία ανήκουν και η οποία τους επιτρέπει να επιβιώνουν. Έτσι υπάρχουν επιτρεπόμενα, ποτά, φαγητά, μουσική και λέξεις. Για να μην αναφερθούμε στην ατυχία, των παιδιών που τους έχουν γονείς.


    Πριν να αναλύσουμε την επιλογή της εμπιστοσύνης και να συμπληρώσουμε όσα δεν έχουμε πει αντιθετικά, να τονίσουμε ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι που να ακολουθούν απόλυτα την μια ή την άλλη επιλογή. Ότι ο άνθρωπος είναι δυνατότητα προς το καλύτερο ή το αντίθετο είναι μια επιλογή κοσμοαντίληψης. Η επιλογή της εμπιστοσύνης στον άλλο άνθρωπο δεν είναι τίποτα άλλο από ένας ρομαντικός οπτιμισμός, που περιέχει έντονα το φαντασιακό και καθόλου το φανταστικό στοιχείο. Αυτή η άλλη επιλογή κοσμοαντίληψης είναι επιλογή που η πηγή της μας πάει πίσω στην εποχή που είμαστε έφηβοι. Η αισιόδοξη ή απαισιόδοξη επιλογή, έχει να κάνει από τον τρόπο που δεχόμαστε το άλλο φύλο που την ύπαρξη του μόνο  τότε κατανοούμε. Αν το θεωρήσουμε σαν κάτι επίφοβο μα και ελκυστικό και σαγηνευτικό και κάτι που πρέπει να το κατανοήσουμε και να προσπαθούμε να ενωθούμε μαζί του τότε ακολουθούμε την οπτιμιστική επιλογή. Αν το θεωρήσουμε σαν  κάτι  επίφοβο και  εχθρικό που όμως πρέπει να συνάψουμε σχέση με κάποιο μέλος του ,γιατί αυτό επιβάλει ο κοινωνικός ρόλος και η ατομική επιβίωση, τότε κάνουμε την πεσιμιστική επιλογή. Χωρίς, την πιο πάνω επιλογή είναι αρκετά δύσκολο αν όχι αδύνατο, να θεωρήσουμε την σύναψη σχέσεων εμπιστοσύνης με κάποιο άλλο άνθρωπο, σαν κάτι επικερδές στον πόλεμο που διεξάγουμε και συνήθως αποκαλούμε ζωή. Το άτομο του άλλου φύλου που προσπαθούμε να οικοδομήσουμε σχέση εμπιστοσύνης (ερωτική αγάπη)  είναι το πρώτο απόλυτα διαφορετικό απέναντι στον εαυτό μας άτομο   που συναναστρεφόμαστε και κατά συνέπεια η υπέρβαση του φόβου μας , ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, μας βοήθα να ρισκάρουμε να εμπιστευόμαστε τους άλλους. Αυτή η αρχή περνά σε κάθε εκδήλωση της ζωής. Η ανάγκη της γνώσης και τις κατανόησης του κόσμου και κυρίως των άλλων ανθρώπων, αποκτά ζωτική αξία στην επιβίωση. Μόνο με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να αντέξει, το άτομο, την συνηθισμένη απογοήτευση, που περιλαμβάνει η σχέση εμπιστοσύνης με κάποιον. Επίσης μια σχέση εμπιστοσύνης, δεν μπορεί να επιβεβαιώνεται μόνο στο επίπεδο των λόγων και των  δηλώσεων, πρέπει να υπάρχει και στο επίπεδο της πράξης. Που θα πρέπει να είναι μια πράξη που να δίνει στους κοινωνούς της σχέσης εμπιστοσύνης, την αίσθηση της μοναδικότητας. Η πράξη δηλαδή, για να επιβιώσεις μέσα από μια τέτοια στάση ζωής, δεν πρέπει να είναι τετριμμένη και η ίδια πράξη δεν μπορεί να παίρνει την μορφή της μονοτονίας από την συχνή επανάληψη.  Η δημιουργικότητα γίνεται στοιχείο επιβίωσης, έτσι η διάψευση από τον άλλο δεν αποτελεί στοιχείο που οδηγεί στην αντικοινωνικότητα, αλλά αντίθετα στο βάθεμα της κοινωνικοποίησης των ατόμων. Η αλλαγή, η μεταρρύθμιση και η δημιουργία της ρομαντικής εικόνας ενός αλλού κόσμου, πιο φιλικού στις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ μας, γίνεται στοιχείο απαραίτητο για την ατομική επιβίωση και την συνέχεια της ζωής, όχι φυσικά μόνο της ατομικής, μια και πλέον στην ατομική ταυτότητα έχει γλιστρήσει η εικόνα του ανθρώπου που είναι δυνατότητα για το καλύτερο. Αυτός ο ρομαντικός οπτιμισμός, έχει οδηγήσει τμήμα της  διανόηση να κατανοήσει τον κόσμο και να φτιάξει  εικόνες κόσμων ελευθερίας που μπορούν να διαδεχτούν τον δικό μας. Φυσικά η ελευθερία σε ένα κόσμο σαν το δικό μας,  ειδικά για εκείνους που επιλέγουν την κοσμοαντίληψη της μη εμπιστοσύνης είναι το μεγαλύτερο φόβητρο για το άτομο. Γι αυτό όταν χρησιμοποιούμε τον όρο ελευθερία, συνήθως δεν εννοούμε κάτι εμπεριστατωμένο, αλλά την απαλλαγή  από όσα  μας μπαίνουν εμπόδιο. Σημαντική πλευρά της αισιόδοξης επιλογής, είναι η ανάγκη ευδαιμονισμού και απολαύσεων, γιατί μέσω της απόλαυσης μπορείς  να αντέξεις στην διεκδίκηση σχέσεων εμπιστοσύνης και να αισθανθείς έστω και στιγμιαία την ταύτιση με κάποιο μέχρι τότε άγνωστο άτομο, που είναι η μέγιστη των απολαύσεων.


     Όταν μιλά κάποιος  για αλλαγές, επαναστάσεις , δικαιότερες κοινωνίες και στην καθημερινότητα του δεν εμπιστεύεται κανένα, επιδιώκει να είναι στον πυρήνα κάποιας εξουσίας, για να νοιώσει, όπως εσφαλμένα νομίζει, μερικές στιγμές σιγουριάς, ως μόνιμος νικητής του ανταγωνισμού.